ΚΡΗΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ : ΤΣΙΚΟΥΔΙΑ

ΤΣΙΚΟΥΔΙΑ ΚΡΗΤΗΣ - ΡΑΚΙ

ΤΣΙΚΟΥΔΙΑ - ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΚΡΗΤΙΚΑ ΠΡΟΙΟΝΤΑ LAGOUDAKIS FARMING

Η τσικουδιά είναι ένα κρητικό παραδοσιακό προϊόν το οποίο, σύμφωνα με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θεωρείται "προϊόν προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης" - «τσικουδιά Κρήτης».

Μετά από αιώνες εξέλιξης της τεχνικής και του εξοπλισμού της απόσταξης από διάφορους λαούς ανά τον κόσμο και μετά από τη χρήση της για την παρασκευή διαφόρων υγρών (όπως για παράδειγμα στην αρωματοποιία, στη φαρμακευτική και αργότερα στην ποτοποιία), φτάνουμε στην Κρήτη του 1920.
Ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος ψηφίζει νόμο στη Βουλή για την απόσταξη της τσικουδιάς και οι Κρήτες παίρνουν τις πρώτες σχετικές άδειες. Κάπως έτσι ξεκίνησε η παραγωγή του κρητικού παραδοσιακού προϊόντος της τσικουδιάς, με τη σύμφωνη γνώμη του Κράτους. Από τότε, όσοι διαθέτουν σχετικές άδειες, ανάβουν από τις αρχές του Οκτώβρη τα ρακοκάζανά τους και τα σβήνουν τέλη του Νοέμβρη. Μέσα σε αυτούς τους δύο μήνες τα χάλκινα καζάνια δουλεύουν πυρετωδώς και τα βαρέλια γεμίζουν ρακή. Αρκετή όμως από την ποσότητα που παράγεται δε φτάνει ποτέ σε βαρέλι, καθώς καταναλώνεται επί τόπου από τις παρέες που στήνονται γύρω από το ρακοκάζανο!

Η παραγωγή της τσικουδιάς (ρακής) , χάνεται στο βάθος του χρόνου, καθώς λέγεται πως ξεκίνησε τον 14ο αιώνα στο Aγιο Όρος από μοναχούς που διαβιούσαν εκεί και με τα χρόνια εξαπλώθηκε στην Κρήτη, τη Μακεδονία, Ήπειρο και Θεσσαλία. Πρώτη ύλη για την παραγωγή αποστάγματος είναι τα στράφυλα, δηλαδή η μάζα που απομένει μετά την συμπίεση του σταφυλοπολτού, για την παραγωγή κρασιού. Αυτή η μάζα αποτελείται από τους φλοιούς των σταφυλιών και τα κουκούτσια, ενώ περικλείει και κάποιο ποσοστό αζύμωτου μούστου.

Για να ξεκινήσουν τα καζανέματα, πρέπει να έχουν ωριμάσει τα στράφυλα που φυλάσσονται για αρκετό καιρό σε πλαστικά δοχεία. Στη συνέχεια, όταν έρθει η ώρα της απόσταξης, θα μπουν στο καζάνι μαζί με μαραθιές, ή άλλο βότανο για να δώσει άρωμα που θα τοποθετηθεί από πάνω, καθώς και νερό ή κρασί για να εξαχθεί μεγαλύτερη ποσότητα ρακής. Το καζάνι θα κλειστεί με το καπάκι που καταλήγει στο νουλά και θα γίνει επίχρισμα, δηλαδή σφράγισμα στην ένωση με ζύμη για τυχόν απώλειες ατμού. Ο νουλάς περνάει από δοχείο με κρύο νερό που βοηθάει να υγροποιηθεί η ρακή και να τρέξει στο λαήνι. Μετά από αυτή τη διαδικασία, όλα είναι έτοιμα για να ανάψει η φωτιά κάτω από το καζάνι, είτε με ξύλα, ή με υγραέριο, για να ξεκινήσουν τα καζανέματα και μαζί με αυτό και το γλέντι από την παρέα που έχει συγκεντρωθεί για να δοκιμαστεί η ρακή. Το πρώτο λαήνι ρακής, το πρωτοράκιπρωτόρακι) όπως λέγεται, περιέχει τη μεγαλύτερη ποσότητα οινοπνεύματος και για το λόγο αυτό αποφεύγεται η δοκιμή της, παρά μόνο από τους πολύ τολμηρούς.

Παρά το γεγονός της σύγχρονης τεχνολογίας που έχει περάσει και στην απόσταξη, πολλοί παραμένουν πιστοί στην παράδοση και αναβιώνουν παλιές καλές εποχές με το χάλκινο σκεύος, τα καυσόξυλα για τη φωτιά, τον καζανάρη με την δεξιότητα και τις βεγγέρες με καλό μεζέ και τη φρέσκια ρακή.

3 μυστικά της καλής τσικουδιάς
  • 1. Τα στέμφυλα να είναι «σύγκρασα»: μαζί με μούστο μένουν σε βαρέλι για τουλάχιστον έναν μήνα σε σκιερό και δροσερό μέρος όπου ζυμώνονται και πρέπει να ανακατεύονται πριν αρχίσει η διαδικασία της απόσταξης.
  • 2. Αφαιρούνται υποχρεωτικά τα κοτσάνια των σταφυλιών για να μην μπει μέσα στο ποτό το ξυλόπνευμα.
  • 3. Οι μερακλήδες προσθέτουν κατά τη ζύμωση φρούτα (συνηθίζεται στα δυτικά της Κρήτης), όπως κυδώνια, για να δώσουν ιδιαίτερο άρωμα στην τσικουδιά τους. Άλλοι προσθέτουν σύκα, κάνοντας ιδιαίτερα γλυκόπιοτη ρακή.